Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lactase deficiency
01
έλλειψη λακτάσης, συγγενής δυσανεξία στη λακτόζη
congenital disorder consisting of an inability to digest milk and milk products; absence or deficiency of lactase results in an inability to hydrolyze lactose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lactase deficiencies
LanGeek



























