labor camp
la
ˈleɪ
lei
bor
camp
kamp
kamp
labour camp

Ορισμός και σημασία του "labor camp"στα αγγλικά

01

στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας, εργατικό στρατόπεδο

a prison where prisoners, often political, are forced to do hard work 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
labor camps
Παραδείγματα
He was sent to a labor camp. 

Στάλθηκε σε ένα στρατόπεδο εργασίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store