labor
la
ˈleɪ
lei
bor
caberneighbor
labour

Ορισμός και σημασία του "labor"στα αγγλικά

01

τοκετός, γέννα

the process of contractions and cervical dilation that leads to childbirth 
labor definition and meaning
Παραδείγματα
Labor involves the uterus contracting to deliver the baby. 

Ο τοκετός περιλαμβάνει τη συστολή της μήτρας για τη γέννηση του μωρού.

02

εργασία, μόχθος

work, particularly difficult physical work 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The construction workers performed hours of hard labor under the scorching sun. 

Οι εργάτες κατασκευής έκαναν ώρες σκληρής εργασίας κάτω από τον καυτό ήλιο.

03

μια αποικία τυφλοπόντικων, μια ομάδα τυφλοπόντικων

a group of moles considered as a unit or colony 
Παραδείγματα
A labor of moles dug tunnels across the garden. 

Μια αποικία από τυφλοπόντικες έσκαψε σήραγγες σε όλο τον κήπο.

04

εργασία, εργατικό δυναμικό

the social class of people who perform manual work or work for wages 
Παραδείγματα
Labor demands shorter hours and safer workplaces. 

Η εργασία απαιτεί συντομότερες ώρες και ασφαλέστερους χώρους εργασίας.

05

εργασία, προσπάθεια

any work, effort, or task carried out or attempted 
Παραδείγματα
She was praised for her labor in organizing the event. 

Επαινέθηκε για τη δουλειά της στην οργάνωση της εκδήλωσης.

06

Υπουργείο Εργασίας, Τμήμα Εργασίας

the federal department in the United States responsible for promoting and regulating working conditions and protecting wage earners 
Παραδείγματα
Labor issued new guidelines for fair employment practices. 

Το Υπουργείο Εργασίας εξέδωσε νέες οδηγίες για δίκαιες πρακτικές απασχόλησης.

07

Εργατικό Κόμμα, Βρετανικό Εργατικό Κόμμα

a political party in Great Britain, founded in 1900, advocating for workers' rights and social reforms, historically including the socialization of key industries 
Παραδείγματα
The Labour Party won the election with a focus on social welfare. 

Το Εργατικό Κόμμα κέρδισε τις εκλογές με έμφαση στην κοινωνική πρόνοια.

08

οργανωμένη εργασία, εργατικό κίνημα

organized efforts by workers, especially through unions, to improve conditions, wages, or rights 
Παραδείγματα
Labor organized a strike to demand higher pay. 

Η εργασία οργάνωσε απεργία για να απαιτήσει υψηλότερες αποδοχές.

to labor
01

δουλεύω σκληρά, κοπιάζω

to put in a lot of effort to achieve a particular outcome or goal 
Intransitive
to labor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
labor
γ΄ ενικό πρόσωπο
labors
ενεστώτα μετοχή
laboring
απλός αόριστος
labored
παθητική μετοχή
labored
Παραδείγματα
Despite feeling tired, he continued to labor in the garden until all the weeds were gone. 

Παρά την κούραση, συνέχισε να εργάζεται στον κήπο μέχρι να εξαφανιστούν όλα τα ζιζάνια.

02

τοκίζω, βρίσκομαι σε τοκετό

to be in the process of giving birth 
Intransitive
Παραδείγματα
She began to labor early in the morning. 

Άρχισε να κυοφορεί νωρίς το πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store