Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to keep away
01
κρατώ μακριά, απομακρύνω
to prevent somebody or something from accessing a particular place or area
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
keep
ενεστώτας
keep away
γ΄ ενικό πρόσωπο
keeps away
ενεστώτα μετοχή
keeping away
απλός αόριστος
kept away
παθητική μετοχή
kept away
Παραδείγματα
The fence is meant to keep intruders away from the property.
Ο φράκτης προορίζεται να κρατάει μακριά τους εισβολείς από την ιδιοκτησία.
02
κρατιέμαι μακριά, αποφεύγω
to maintain a distance from someone or something, usually for safety reasons
Παραδείγματα
She warned her children to keep away from the busy road.
Προειδοποίησε τα παιδιά της να κρατηθούν μακριά από το πολυσύχναστο δρόμο.
Keep away
01
παιχνίδι κατοχής, κρατήστε την μπάλα
a game where one player or a team tries to keep possession of an object, such as a ball, while other players or teams attempt to take it away
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
keep aways



























