kaput
ka
ka
κα
put
ˈpʊt
πουτ
/kɐpˈʊt/

Ορισμός και σημασία του "kaput"στα αγγλικά

01

καπούτ, κατεστραμμένος

destroyed or killed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most kaput
συγκριτικός βαθμός
more kaput
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store