Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jump rope
01
σκοινάκι, σχοινί άλματος
a rope with a handle on each end that is swung over a person's head and under their feet as they jump
Dialect
American
Παραδείγματα
Every morning, Sarah spends ten minutes using her jump rope to start her day with some cardio exercise.
Κάθε πρωί, η Σάρα περνάει δέκα λεπτά χρησιμοποιώντας το σκοινάκι της για να ξεκινήσει την ημέρα της με κάποια αερόβια άσκηση.
02
σχοινάκι, άλμα με σχοινάκι
an activity in which a person jumps over a swinging rope, either as a child's game or a cardiovascular exercise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jump ropes
Παραδείγματα
The children spent the afternoon playing jump rope in the yard.
Τα παιδιά πέρασαν το απόγευμα παίζοντας σχοινάκι στην αυλή.
to jump rope
01
πηδάω σχοινί, κάνω σχοινάκι
to jump repeatedly over a rope that is swung under the feet and over the head, usually as exercise or play
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
jump rope
γ΄ ενικό πρόσωπο
jump ropes
ενεστώτα μετοχή
jump roping
απλός αόριστος
jump roped
παθητική μετοχή
jump roped
Παραδείγματα
The children loved to jump rope during recess.
Τα παιδιά λάτρευαν να πηδούν σκοινάκι κατά τη διάρκεια του διαλείμματος.



























