Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Spitzenreiter
01
jemand oder etwas, das an erster Stelle liegt
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Spitzenreiter
Παραδείγματα
Der Verein ist nach zehn Spielen Spitzenreiter der Liga.
LanGeek



























