Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Tonhöhe
01
Eigenschaft eines Tons, die bestimmt, wie hoch oder tief er klingt
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Tonhöhen
Παραδείγματα
Die Tonhöhe lässt sich mit diesem Regler verändern.
LanGeek



























