Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufschlüsseln
01
etwas nach bestimmten Kriterien in einzelne Teile oder Gruppen aufteilen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ομαλό
χωριστό
βοηθητικό ρήμα
haben
Παραδείγματα
Die Kosten aufschlüsseln.



























