Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Nagelfeile
01
λίμα νυχιών, τριβείο νυχιών
Werkzeug zum Feilen und Formen der Nägel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Nagelfeilen
γενική πτώση
Nagelfeile
Παραδείγματα
Die Nagelfeile liegt auf dem Tisch.
Το λίμα νυχιών βρίσκεται στο τραπέζι.
LanGeek



























