die nagelfeile
nagelfeile
na:glfaɛ̯lə
naglfaelē

Ορισμός και σημασία του "nagelfeile"στα γερμανικά

Die Nagelfeile
01

λίμα νυχιών, τριβείο νυχιών

Werkzeug zum Feilen und Formen der Nägel 
die Nagelfeile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Nagelfeilen
γενική πτώση
Nagelfeile
Παραδείγματα
Die Nagelfeile liegt auf dem Tisch. 

Το λίμα νυχιών βρίσκεται στο τραπέζι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store