das duschgel
dusch
ˈdʊʃ
doosh
gel
ge:l
gel

Ορισμός και σημασία του "duschgel"στα γερμανικά

01

τζελ ντους, τζελ για το ντους

flüssiges Reinigungsmittel zur Anwendung beim Duschen, das zur Reinigung und Pflege der Haut dient 
das Duschgel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Duschgele
γενική πτώση
Duschgels
Παραδείγματα
Ich benutze Duschgel. 

Χρησιμοποιώ τζελ ντους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store