der einteiler
einteiler
aɪ̯ntaɪ̯lɐ
aintail

Ορισμός και σημασία του "einteiler"στα γερμανικά

01

μονόκομμα ρούχο, ενιαίο ένδυμα

Kleidungsstück, das den Oberkörper und die Beine in einem Stück bedeckt 
der Einteiler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Einteiler
γενική πτώση
Einteilers
Παραδείγματα
Ich trage einen Einteiler zum Schwimmen. 

Φοράω ολόσωμο μαγιό για κολύμβηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store