der Einteiler
Pronunciation
/ˈaɪntˌaɪlɜ/

Ορισμός και σημασία του "einteiler"στα γερμανικά

01

μονόκομμα ρούχο, ενιαίο ένδυμα

Kleidungsstück, das den Oberkörper und die Beine in einem Stück bedeckt
der Einteiler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Einteilers
πληθυντικός τύπος
Einteiler
Παραδείγματα
Ein Einteiler ist ideal für Aktivitäten wie Schwimmen oder Tanzen.
Ένα μονοκόμματο είναι ιδανικό για δραστηριότητες όπως η κολύμβηση ή ο χορός.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store