Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Waschraum
01
πλυντήριο, δωμάτιο πλυσίματος
Raum mit mehreren Waschgelegenheiten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Waschräume
γενική πτώση
Waschraums
Παραδείγματα
Der Waschraum befindet sich im Keller.
Ο πλυντήριο βρίσκεται στο υπόγειο.
LanGeek



























