der zerkleinerer
zerkleinerer
t͡sɛɐ̯klaɪ̯nɐʁɐ
tseklainr

Ορισμός και σημασία του "zerkleinerer"στα γερμανικά

Der Zerkleinerer
01

τριφτήρι, αλέστρα

elektrisches Gerät oder Handwerkzeug zum Zerkleinern von Lebensmitteln 
der Zerkleinerer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Zerkleinerer
γενική πτώση
Zerkleinerers
Παραδείγματα
Der Zerkleinerer ist laut. 

Ο κατακρημνιστής είναι θορυβώδης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store