Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Zerkleinerer
01
τριφτήρι, αλέστρα
elektrisches Gerät oder Handwerkzeug zum Zerkleinern von Lebensmitteln
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Zerkleinerer
γενική πτώση
Zerkleinerers
Παραδείγματα
Der Zerkleinerer ist laut.
Ο κατακρημνιστής είναι θορυβώδης.
LanGeek



























