der stampfer
stampfer
ʃtampfɐ
shtampf

Ορισμός και σημασία του "stampfer"στα γερμανικά

01

σφυρί, γουδοχέρι

Küchenwerkzeug zum Zerdrücken von weichem Essen wie Kartoffeln 
der Stampfer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Stampfer
γενική πτώση
Stampfers
Παραδείγματα
Der Stampfer ist klein. 

Ο σφυρίχτρας είναι μικρός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store