Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Schneebesen
01
Küchenutensil mit Drahtschlaufen, das zum Schlagen und Rühren von Flüssigkeiten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Schneebesens
πληθυντικός τύπος
Schneebesen
Παραδείγματα
Der Schneebesen hat einen langen Griff, damit man ihn gut halten kann.



























