Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Schneefräse
01
Maschine, die Schnee von Wegen oder Straßen entfernt, indem sie ihn aufnimmt und wegbläst
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Schneefräse
πληθυντικός τύπος
Schneefräsen
Παραδείγματα
In kalten Regionen ist eine Schneefräse ein unverzichtbares Gerät.



























