Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Dampfmopp
01
ατμομπόγια, ατμοσκούπα
ein Reinigungsgerät, das Dampf verwendet, um Böden zu reinigen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Dampfmöppe
γενική πτώση
Dampfmopps
Παραδείγματα
Der Dampfmopp ist einfach zu bedienen.
Η ατμοσφουγγαρίστρα είναι εύκολη στη χρήση.
LanGeek



























