der dampfmopp
dampfmopp
damp͡fmɔp
dampfmawp

Ορισμός και σημασία του "dampfmopp"στα γερμανικά

01

ατμομπόγια, ατμοσκούπα

ein Reinigungsgerät, das Dampf verwendet, um Böden zu reinigen 
der Dampfmopp definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Dampfmöppe
γενική πτώση
Dampfmopps
Παραδείγματα
Der Dampfmopp ist einfach zu bedienen. 

Η ατμοσφουγγαρίστρα είναι εύκολη στη χρήση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store