das ohrläppchen
ohrläppchen
o:ɐ̯lɛpçən
olepchēn

Ορισμός και σημασία του "ohrläppchen"στα γερμανικά

Das Ohrläppchen
01

λοβός του αυτιού, αυτιάς

Der weiche untere Teil des Ohrs, der keine Knorpel enthält 
das Ohrläppchen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Ohrläppchen
γενική πτώση
Ohrläppchens
Παραδείγματα
Das Ohrläppchen ist der weichste Teil des Ohrs. 

Ο λοβός του αυτιού είναι το πιο μαλακό μέρος του αυτιού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store