Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Jalapeño
01
χαλαπένιο, πιπεριά χαλαπένιο
eine mittelscharfe bis scharfe Chili-Sorte mit grüner oder roter Schale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Jalapeños
γενική πτώση
Jalapeños
Παραδείγματα
Der Jalapeño ist scharf.
Το jalapeño είναι πικάντικο.
LanGeek



























