die tarte
tar
ˈtaʁ
ταρ
te
τα
tortetantetaste

Ορισμός και σημασία του "tarte"στα γερμανικά

01

τάρτα, πίτα

ein flacher, französischer Kuchen mit einem knusprigen Mürbteigboden und einer süßen oder herzhaften Füllung 
die Tarte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Tartes
γενική πτώση
Tarte
Παραδείγματα
Die Füllung einer Tarte kann aus Creme, Obst oder auch Gemüse bestehen. 

Η τάρτα μπορεί να αποτελείται από κρέμα, φρούτα ή ακόμη και λαχανικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store