Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Tarte
01
τάρτα, πίτα
ein flacher, französischer Kuchen mit einem knusprigen Mürbteigboden und einer süßen oder herzhaften Füllung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Tartes
γενική πτώση
Tarte
Παραδείγματα
Die Füllung einer Tarte kann aus Creme, Obst oder auch Gemüse bestehen.
Η τάρτα μπορεί να αποτελείται από κρέμα, φρούτα ή ακόμη και λαχανικά.
LanGeek



























