das chicken nugget
chicken
t͡ʃɪkən
τσικαν
nugget
nʊgət
νουγκατ

Ορισμός και σημασία του "chicken nugget"στα γερμανικά

Das Chicken nugget
01

νάγκετ κοτόπουλου, μικρό παναρισμένο κομμάτι κοτόπουλου

ein kleines, paniertes und frittiertes Stückchen Hähnchenfleisch 
das Chicken nugget definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Chicken Nuggets
γενική πτώση
Chicken Nuggets
Παραδείγματα
Das Kind isst Chicken Nuggets. 

Το παιδί τρώει νάγκετς κοτόπουλου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store