die termite
termite
tɛɐmi:tə
temitē

Ορισμός και σημασία του "termite"στα γερμανικά

01

τερμίτες, λευκά μυρμήγκια

Ein kleines Insekt, das in großen Kolonien lebt und Holz sowie Pflanzenmaterial frisst 
die Termite definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Termiten
γενική πτώση
Termite
Παραδείγματα
Die Termite baut komplexe Hügel aus Erde. 

Ο τερμίτης χτίζει πολύπλοκους λόφους από χώμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store