die sprachbarriere
sprach
ˈʃpʁa:x
σπραχ
ba
ba
μπα
rrie
ʁi̯e:
ριε
re
ʁə
ρα

Ορισμός και σημασία του "sprachbarriere"στα γερμανικά

Die Sprachbarriere
01

γλωσσικό εμπόδιο, φραγμός γλώσσας

Ein Problem, das entsteht, wenn Menschen sich wegen unterschiedlicher Sprachen nicht verstehen können 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Sprachbarrieren
γενική πτώση
Sprachbarriere
Παραδείγματα
Die Sprachbarriere machte die Kommunikation schwierig. 

Το γλωσσικό εμπόδιο έκανε την επικοινωνία δύσκολη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store