Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Holzbearbeitung
01
επεξεργασία ξύλου, ξυλουργική
handwerkliches oder maschinelles Bearbeiten von Holz durch Schneiden, Formen oder Verarbeiten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Holzbearbeitung
Παραδείγματα
Die Holzbearbeitung erfordert sowohl handwerkliches Können als auch technisches Wissen.
Η επεξεργασία ξύλου απαιτεί τόσο τεχνική δεξιότητα όσο και τεχνικές γνώσεις.



























