der headhunter
headhunter
hɛthʊntɐ
hethoont

Ορισμός και σημασία του "headhunter"στα γερμανικά

Der Headhunter
01

headhunter, κυνηγός ταλέντων

Jemand, der neue Mitarbeiter sucht 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Headhunter
αρσενικό ενικό
Headhunter
θηλυκό ενικό
Headhunterin
neutral form
Personalberater
γενική πτώση
Headhunters
Παραδείγματα
Der Headhunter sucht neue Talente. 

Ο headhunter αναζητά νέα ταλέντα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store