Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Flugreisende
[gender: masculine]
01
αεροπορικός ταξιδιώτης, επιβάτης αεροπλάνου
Eine Person, die mit dem Flugzeug reist
Παραδείγματα
Der Flugreisende genoss den Flug nach Paris.
Ο αεροπορικός ταξιδιώτης απολάμβανε την πτήση προς το Παρίσι.


























