der flugreisende
flugreisende
flu:kʁaɛ̯zəndə
flookraezēndē

Ορισμός και σημασία του "flugreisende"στα γερμανικά

Der Flugreisende
01

αεροπορικός ταξιδιώτης, επιβάτης αεροπλάνου

Eine Person, die mit dem Flugzeug reist 
der Flugreisende definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Flugreisende
αρσενικό ενικό
Flugreisende
θηλυκό ενικό
Flugreisende
neutral form
Flugreisender
γενική πτώση
Flugreisenden
Παραδείγματα
Der Flugreisende wartet am Gate auf den Flug. 

Ο αεροπορικός ταξιδιώτης περιμένει στην πύλη την πτήση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store