farbpalette
farbpalette
faʁppalɛtə
farppaletē

Ορισμός και σημασία του "farbpalette"στα γερμανικά

01

παλέτα χρωμάτων, χρωματική κλίμακα

Eine Platte, auf der verschiedene Farben zum Malen gemischt werden 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Farbpalette
πληθυντικός τύπος
Farbpaletten
Παραδείγματα
Auf der Farbpalette mischt der Maler die Farben. 

Στην παλέτα χρωμάτων, ο ζωγράφος αναμιγνύει τα χρώματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store