der Dämmerschlaf

Ορισμός και σημασία του "dämmerschlaf"στα γερμανικά

Der Dämmerschlaf
[gender: masculine]
01

ύπνος λυκόφωτος, κατάσταση λυκόφωτος

Ein Zustand zwischen Wachsein und Schlafen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Dämmerschlafs
Παραδείγματα
Er war im Dämmerschlaf und reagierte kaum.
Βρισκόταν σε κατάσταση ημίπνοιας και μόλις ανταποκρινόταν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store