Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Dämmerschlaf
[gender: masculine]
01
ύπνος λυκόφωτος, κατάσταση λυκόφωτος
Ein Zustand zwischen Wachsein und Schlafen
Παραδείγματα
Er war im Dämmerschlaf und reagierte kaum.
Βρισκόταν σε κατάσταση ημίπνοιας και μόλις ανταποκρινόταν.


























