Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Deodorant
01
αποσμητικό, αποσμητικό σώματος
Ein Produkt, das Körpergeruch verhindert und für Frische sorgt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Deodorants
γενική πτώση
Deodorants
Παραδείγματα
Ich benutze täglich ein Deo nach dem Duschen.
Χρησιμοποιώ αποσμητικό καθημερινά μετά το ντους.
LanGeek



























