das deodorant
deo
ˈde:o
deo
do
do
do
rant
ʁant
rant

Ορισμός και σημασία του "deodorant"στα γερμανικά

01

αποσμητικό, αποσμητικό σώματος

Ein Produkt, das Körpergeruch verhindert und für Frische sorgt 
das Deodorant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Deodorants
γενική πτώση
Deodorants
Παραδείγματα
Ich benutze täglich ein Deo nach dem Duschen. 

Χρησιμοποιώ αποσμητικό καθημερινά μετά το ντους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store