Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Deckblatt
01
σελίδα εξωφύλλου, πρώτη σελίδα
Die erste Seite eines Dokuments
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Deckblattes
πληθυντικός τύπος
Deckblätter
Παραδείγματα
Das Deckblatt enthält den Titel der Arbeit.
Η σελίδα εξωφύλλου περιέχει τον τίτλο της εργασίας.
02
χαρτί τυλίγματος, χαρτί τσιγάρων
ein dünnes Blatt Papier, das zum Rollen von Zigaretten verwendet wird
Παραδείγματα
Er nahm ein Deckblatt, um eine Zigarette zu drehen.
Πήρε ένα χαρτί τυλίγματος για να τυλίξει ένα τσιγάρο.



























