Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Allgemeinwissen
[gender: neuter]
01
γενικές γνώσεις, γενική μόρφωση
Wissen über viele Themen, das viele Menschen kennen
Παραδείγματα
Allgemeinwissen ist wichtig im Gespräch.
Η γενική γνώση είναι σημαντική στη συζήτηση.


























