allgemeinwissen
all
al
αλ
ge
gə
γκα
mein
maɪ̯n
μαιν
wi
vɪ
βι
ssen
sən
σαν

Ορισμός και σημασία του "allgemeinwissen"στα γερμανικά

Allgemeinwissen
01

γενικές γνώσεις, γενική μόρφωση

Wissen über viele Themen, das viele Menschen kennen 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Allgemeinwissens
Παραδείγματα
Ich lese, um mein Allgemeinwissen zu verbessern. 

Διαβάζω για να βελτιώσω τις γενικές μου γνώσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store