dahin gehend
da
da
da
hin
ˈhɪn
hin
ge
ge:
ge
hend
ənt
ēnt
dahingehend

Ορισμός και σημασία του "dahin gehend"στα γερμανικά

dahin gehend
01

σχετικός με, από αυτή την άποψη

Auf einen bestimmten Aspekt bezogen 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
άκλιτο
Παραδείγματα
Wir haben uns dahingehend entschieden, das Projekt zu stoppen. 

Αποφασίσαμε προς αυτή την κατεύθυνση να σταματήσουμε το έργο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store