dahin gehend
da
dɑ:
daa
hin
ˈhɪn
hin
gehend
ge:ənt
geēnt
dahingehend

Ορισμός και σημασία του "dahin gehend"στα γερμανικά

dahin gehend
01

σχετικός με, από αυτή την άποψη

Auf einen bestimmten Aspekt bezogen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
άκλιτο
Παραδείγματα
Haben Sie dahingehende Erfahrungen?
Έχετε εμπειρία από αυτή την άποψη ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store