Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gefühlsmäßig
01
συναισθηματικός, συναισθηματικός
Aus dem Gefühl heraus
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Emotion, Entscheidung, Wahrnehmung
Παραδείγματα
Seine Entscheidung war rein gefühlsmäßig, nicht rational.
Η απόφασή του ήταν καθαρά συναισθηματική, όχι λογική.
LanGeek



























