gefühlsmäßig
gefüh
ˈgəfy:
gēfy
lsmä
lsmɛ:
lsme
ßig
sɪk
sik

Ορισμός και σημασία του "gefühlsmäßig"στα γερμανικά

gefühlsmäßig
01

συναισθηματικός, συναισθηματικός

Aus dem Gefühl heraus 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Emotion, Entscheidung, Wahrnehmung
Παραδείγματα
Seine Entscheidung war rein gefühlsmäßig, nicht rational. 

Η απόφασή του ήταν καθαρά συναισθηματική, όχι λογική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store