geballt
ge
ballt
ˈbalt
balt
gestaltsobaldgehaltge­ballt

Ορισμός και σημασία του "geballt"στα γερμανικά

01

σφιγμένος, συνεσταλμένος

Zusammengedrückt oder fest geschlossen 
geballt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am geballtesten
συγκριτικός βαθμός
geballter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sie lief mit geballten Fäusten auf ihn zu. 

Περπάτησε προς αυτόν με σφιγμένες γροθιές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store