Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Schuldenfalle
01
παγίδα του χρέους, παγίδα χρέους
Eine Situation, in der man immer mehr Schulden macht und daraus kaum herauskommt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Schuldenfalle
πληθυντικός τύπος
Schuldenfallen
Παραδείγματα
Viele Menschen geraten in die Schuldenfalle durch hohe Kredite.
Πολλοί άνθρωποι πέφτουν στην παγίδα του χρέους λόγω υψηλών δανείων.



























