die Schuldenfalle
Pronunciation
/ʃˈʊldənfˌalə/

Ορισμός και σημασία του "schuldenfalle"στα γερμανικά

Die Schuldenfalle
[gender: feminine]
01

παγίδα του χρέους, παγίδα χρέους

Eine Situation, in der man immer mehr Schulden macht und daraus kaum herauskommt
die Schuldenfalle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Schuldenfalle
πληθυντικός τύπος
Schuldenfallen
Παραδείγματα
Die Schuldenfalle betrifft oft junge Menschen ohne finanzielle Erfahrung.
Η παγίδα του χρέους αφορά συχνά νέους χωρίς οικονομική εμπειρία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store