die schuldenfalle
schuldenfalle
ʃʊldnfalə
shooldnfalē

Ορισμός και σημασία του "schuldenfalle"στα γερμανικά

Die Schuldenfalle
01

παγίδα του χρέους, παγίδα χρέους

Eine Situation, in der man immer mehr Schulden macht und daraus kaum herauskommt 
die Schuldenfalle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Schuldenfallen
γενική πτώση
Schuldenfalle
Παραδείγματα
Viele Menschen geraten in die Schuldenfalle durch hohe Kredite. 

Πολλοί άνθρωποι πέφτουν στην παγίδα του χρέους λόγω υψηλών δανείων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store