Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Dozierender
01
πανεπιστημιακός διδάσκων, καθηγητής πανεπιστημίου
Eine Person, die an einer Hochschule Lehrveranstaltungen durchführt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Dozierend(e)n
αρσενικό ενικό
Dozierender
θηλυκό ενικό
Dozierende
neutral form
Dozierende Person
γενική πτώση
Dozierenden
Παραδείγματα
Der Dozierende erklärte die Forschungsmethode detailliert.
Ο διδάσκων εξήγησε λεπτομερώς τη μέθοδο έρευνας.
LanGeek



























