Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
destabilisieren
[past form: destabilisierte]
01
αποσταθεροποιώ, κάνω ασταθή
Etwas instabil machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
destabilisiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
destabilisiert
ενεστώτα μετοχή
destabilisierend
απλός αόριστος
destabilisierte
παθητική μετοχή
destabilisiert
Παραδείγματα
Extremisten versuchen, das Land zu destabilisieren.
Οι εξτρεμιστές προσπαθούν να αποσταθεροποιήσουν τη χώρα.



























