Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gestellt werden
[past form: gestellt wurde]
01
να παρέχεται, να τίθεται στη διάθεση
Bereitgestellt oder zur Verfügung gestellt werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
gestellt
βασικό ρήμα
werden
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
werde gestellt
γ΄ ενικό πρόσωπο
wird gestellt
ενεστώτα μετοχή
gestellt werdend
απλός αόριστος
gestellt wurde
παθητική μετοχή
gestellt worden
Παραδείγματα
Die Technik wird vom Veranstalter gestellt.
Η τεχνική παρέχεται από τον διοργανωτή.



























