gestellt werden
Pronunciation
/ɡəʃtˈɛlt vˈɛɾdən/

Ορισμός και σημασία του "gestellt werden"στα γερμανικά

gestellt werden
[past form: gestellt wurde]
01

να παρέχεται, να τίθεται στη διάθεση

Bereitgestellt oder zur Verfügung gestellt werden
gestellt werden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
gestellt
βασικό ρήμα
werden
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
werde gestellt
γ΄ ενικό πρόσωπο
wird gestellt
ενεστώτα μετοχή
gestellt werdend
απλός αόριστος
gestellt wurde
παθητική μετοχή
gestellt worden
Παραδείγματα
Die Technik wird vom Veranstalter gestellt.
Η τεχνική παρέχεται από τον διοργανωτή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store