Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gestellt werden
01
να παρέχεται, να τίθεται στη διάθεση
Bereitgestellt oder zur Verfügung gestellt werden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
gestellt
βασικό ρήμα
werden
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
werde gestellt
γ΄ ενικό πρόσωπο
wird gestellt
ενεστώτα μετοχή
gestellt werdend
απλός αόριστος
gestellt wurde
παθητική μετοχή
gestellt worden
Παραδείγματα
Die Unterlagen werden Ihnen rechtzeitig gestellt.
Τα έγγραφα θα σας παρασχεθούν εγκαίρως.



























