Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gestellt werden
[past form: gestellt wurde]
01
να παρέχεται, να τίθεται στη διάθεση
Bereitgestellt oder zur Verfügung gestellt werden
Παραδείγματα
Die Technik wird vom Veranstalter gestellt.
Η τεχνική παρέχεται από τον διοργανωτή.


























