he­r­um­hüp­fen
he­r­um­hüp­fen
hɛʁʊmhʏpfən
heroomhupfēn

Ορισμός και σημασία του "he­r­um­hüp­fen"στα γερμανικά

he­r­um­hüp­fen
01

χοροπηδώ γύρω, πηδώ εδώ κι εκεί

Sich springend in verschiedene Richtungen bewegen 
he­r­um­hüp­fen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
herum
βασικό ρήμα
hüpfen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
hüpfe herum
γ΄ ενικό πρόσωπο
hüpft herum
ενεστώτα μετοχή
herumhüpfend
απλός αόριστος
hüpfte herum
παθητική μετοχή
herumgehüpft
Παραδείγματα
Die Kinder hüpfen im Zimmer herum. 

Τα παιδιά χοροπηδούν στο δωμάτιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store