Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
herumhüpfen
01
χοροπηδώ γύρω, πηδώ εδώ κι εκεί
Sich springend in verschiedene Richtungen bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
herum
βασικό ρήμα
hüpfen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
hüpfe herum
γ΄ ενικό πρόσωπο
hüpft herum
ενεστώτα μετοχή
herumhüpfend
απλός αόριστος
hüpfte herum
παθητική μετοχή
herumgehüpft
Παραδείγματα
Sie hüpfte vor Aufregung herum.
Αυτή πήδαγε από τον ενθουσιασμό.



























