Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Bildungswerk
01
εκπαιδευτικό ίδρυμα, κέντρο κατάρτισης
Eine Einrichtung, die berufliche oder allgemeine Weiterbildungskurse anbietet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Bildungswerke
γενική πτώση
Bildungswerk(e)s
Παραδείγματα
Das Bildungswerk der Kirche bietet Computerkurse für Senioren an.
Το εκπαιδευτικό ίδρυμα της εκκλησίας προσφέρει μαθήματα υπολογιστών για ηλικιωμένους.
LanGeek



























