urban
ur
ˈʊʁ
oor
ban
ba:n
ban

Ορισμός και σημασία του "urban"στα γερμανικά

01

αστικός, πολιτικός

Zur Stadt oder dem städtischen Leben gehörend 
urban definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Urbanes Leben ist oft sehr vielfältig. 

Η αστική ζωή είναι συχνά πολύ ποικίλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store