das öl
öl
ø:l
eul

Ορισμός και σημασία του "öl"στα γερμανικά

01

πετρέλαιο, ακατέργαστο πετρέλαιο

Eine dicke, flüssige Substanz aus der Erde, die als Brennstoff genutzt wird 
das Öl definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Öle
γενική πτώση
Öl(e)s
Παραδείγματα
Deutschland importiert viel Öl aus anderen Ländern. 

Η Γερμανία εισάγει πολύ πετρέλαιο από άλλες χώρες.

02

λάδι μαγειρέματος, λάδι για μαγείρεμα

Eine flüssige Substanz, die man zum Kochen benutzt 
das Öl definition and meaning
Παραδείγματα
Ich brauche Öl, um das Gemüse zu braten. 

Χρειάζομαι λάδι για να τηγανίσω τα λαχανικά.

03

λάδι, λάδι για το δέρμα

fetthaltige Flüssigkeit, die zur Pflege der Haut oder Haare verwendet wird 
das Öl definition and meaning
Παραδείγματα
Ich benutze Öl für meine Haut. 

Χρησιμοποιώ λάδι για το δέρμα μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store