Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zweifeln
01
αμφιβάλλω, έχω αμφιβολίες
Unsicher sein oder nicht vollständig an etwas glauben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zweifle
γ΄ ενικό πρόσωπο
zweifelt
ενεστώτα μετοχή
zweifelnd
απλός αόριστος
zweifelte
παθητική μετοχή
gezweifelt
Παραδείγματα
Ich zweifle an seiner Ehrlichkeit.
Εγώ αμφιβάλλω για την ειλικρίνειά του.



























