zweifeln
Pronunciation
/ˈʦvaɪ̯fl̩n/

Ορισμός και σημασία του "zweifeln"στα γερμανικά

zweifeln
01

αμφιβάλλω, έχω αμφιβολίες

Unsicher sein oder nicht vollständig an etwas glauben
zweifeln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zweifle
γ΄ ενικό πρόσωπο
zweifelt
ενεστώτα μετοχή
zweifelnd
απλός αόριστος
zweifelte
παθητική μετοχή
gezweifelt
Παραδείγματα
Er zweifelt keinen Moment an der Entscheidung.
Δεν αμφιβάλλει ούτε στιγμή για την απόφαση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store