zweifeln
zweifeln
t͡svaɪ̯fln
tsvaifln

Ορισμός και σημασία του "zweifeln"στα γερμανικά

zweifeln
01

αμφιβάλλω, έχω αμφιβολίες

Unsicher sein oder nicht vollständig an etwas glauben 
zweifeln definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
zweifle
γ΄ ενικό πρόσωπο
zweifelt
ενεστώτα μετοχή
zweifelnd
απλός αόριστος
zweifelte
παθητική μετοχή
gezweifelt
Παραδείγματα
Ich zweifle an seiner Ehrlichkeit. 

Εγώ αμφιβάλλω για την ειλικρίνειά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store