Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zunehmen
01
αυξάνω βάρος
Körpergewicht gewinnen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
zu
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nehme zu
γ΄ ενικό πρόσωπο
nimmt zu
ενεστώτα μετοχή
zunehmend
απλός αόριστος
nahm zu
παθητική μετοχή
zugenommen
Παραδείγματα
Ich nehme seit dem Winter zu.
Παίρνω βάρος από τον χειμώνα.
02
αυξάνομαι, αυξάνω
Stärker oder mehr werden
Παραδείγματα
Der Verkehr nimmt zu.
Η κυκλοφορία αυξάνεται.



























