zunehmen
Pronunciation
/ˈʦuːˌneːmən/

Ορισμός και σημασία του "zunehmen"στα γερμανικά

zunehmen
01

αυξάνω βάρος

Körpergewicht gewinnen
zunehmen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
zu
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nehme zu
γ΄ ενικό πρόσωπο
nimmt zu
ενεστώτα μετοχή
zunehmend
απλός αόριστος
nahm zu
παθητική μετοχή
zugenommen
Παραδείγματα
Viele Menschen nehmen im Alter zu.
Πολλοί άνθρωποι παίρνουν βάρος με την ηλικία.
02

αυξάνομαι, αυξάνω

Stärker oder mehr werden
zunehmen definition and meaning
Παραδείγματα
Das Interesse an dem Thema nimmt zu.
Το ενδιαφέρον για το θέμα αυξάνεται.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store