zunehmen
zu
ˈtsu:
tsoo
neh
ne:
ne
men
mən
mēn

Ορισμός και σημασία του "zunehmen"στα γερμανικά

zunehmen
01

αυξάνω βάρος

Körpergewicht gewinnen 
zunehmen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
zu
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nehme zu
γ΄ ενικό πρόσωπο
nimmt zu
ενεστώτα μετοχή
zunehmend
απλός αόριστος
nahm zu
παθητική μετοχή
zugenommen
Παραδείγματα
Ich nehme seit dem Winter zu. 

Παίρνω βάρος από τον χειμώνα.

02

αυξάνομαι, αυξάνω

Stärker oder mehr werden 
zunehmen definition and meaning
Παραδείγματα
Der Verkehr nimmt zu. 

Η κυκλοφορία αυξάνεται.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store