Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zunehmen
01
αυξάνω βάρος
Körpergewicht gewinnen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
zu
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nehme zu
γ΄ ενικό πρόσωπο
nimmt zu
ενεστώτα μετοχή
zunehmend
απλός αόριστος
nahm zu
παθητική μετοχή
zugenommen
Παραδείγματα
Viele Menschen nehmen im Alter zu.
Πολλοί άνθρωποι παίρνουν βάρος με την ηλικία.
02
αυξάνομαι, αυξάνω
Stärker oder mehr werden
Παραδείγματα
Das Interesse an dem Thema nimmt zu.
Το ενδιαφέρον για το θέμα αυξάνεται.



























