der zuhörer
zuhörer
tsu:hø:ʁɐ
tsooheur

Ορισμός και σημασία του "zuhörer"στα γερμανικά

01

ακροατής, ακροάτρια

Eine Person, die aufmerksam zuhört, besonders bei einem Vortrag, Konzert oder Gespräch 
der Zuhörer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Zuhörers
πληθυντικός τύπος
Zuhörer
Παραδείγματα
Der Zuhörer applaudierte nach dem Vortrag. 

Ο ακροατής χειροκρότησε μετά τη διάλεξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store