der Zugang
Pronunciation
/ˈʦuːɡaŋ/

Ορισμός και σημασία του "zugang"στα γερμανικά

01

πρόσβαση, είσοδος

Möglichkeit, einen Ort zu betreten oder etwas zu nutzen
der Zugang definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Zugang(e)s
πληθυντικός τύπος
Zugänge
Παραδείγματα
Der Zugang für Rollstuhlfahrer ist links.
Η πρόσβαση για χρήστες αναπηρικών αμαξιδίων είναι στα αριστερά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store