Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Zugang
01
πρόσβαση, είσοδος
Möglichkeit, einen Ort zu betreten oder etwas zu nutzen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Zugänge
γενική πτώση
Zugang(e)s
Παραδείγματα
Der Zugang zum Park ist kostenlos.
Η πρόσβαση στο πάρκο είναι δωρεάν.
LanGeek



























