Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Zugang
01
πρόσβαση, είσοδος
Möglichkeit, einen Ort zu betreten oder etwas zu nutzen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Zugang(e)s
πληθυντικός τύπος
Zugänge
Παραδείγματα
Der Zugang für Rollstuhlfahrer ist links.
Η πρόσβαση για χρήστες αναπηρικών αμαξιδίων είναι στα αριστερά.



























