Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zufriedenstellen
01
ικανοποιώ, εξευμενίζω
Jemanden so behandeln oder etwas so machen, dass die Person zufrieden ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
zufrieden
βασικό ρήμα
stellen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
stelle zufrieden
γ΄ ενικό πρόσωπο
stellt zufrieden
ενεστώτα μετοχή
zufriedenstellend
απλός αόριστος
stellte zufrieden
παθητική μετοχή
zufriedengestellt
Παραδείγματα
Die Firma versucht, die Erwartungen der Kunden zufriedenzustellen.
Η εταιρεία προσπαθεί να ικανοποιήσει τις προσδοκίες των πελατών.



























