Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Zufriedenheit
[gender: feminine]
01
ικανοποίηση, ευχαρίστηση
das gute Gefühl, wenn man mit etwas oder mit seinem Leben einverstanden und glücklich ist
Παραδείγματα
Ihre Zufriedenheit mit dem Ergebnis beruhte auf sorgfältiger Planung und konsequenter Arbeit.
Η ικανοποίησή της με το αποτέλεσμα βασίστηκε σε προσεκτικό σχεδιασμό και συνεπή εργασία.



























