Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zubereiten
01
ετοιμάζω, μαγειρεύω
Essen oder ein Gericht durch Kochen, Backen oder andere Methoden fertig machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
zu
βασικό ρήμα
bereiten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bereite zu
γ΄ ενικό πρόσωπο
bereitet zu
ενεστώτα μετοχή
zubereitend
απλός αόριστος
bereitete zu
παθητική μετοχή
zubereitet
Παραδείγματα
Der Koch bereitet das Menü für die Gäste zu.
Ο σεφ προετοιμάζει το μενού για τους καλεσμένους.



























